μινύρισμα
•
- σιγανό κελάηδημα Βικιλεξικό
- Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελῳδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψίθυρος, λιγεῖα, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη, φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Ξεπεσμένος Δερβίσης, 1895)
- ήχος από το ελαφρό θρόισμα των δένδρων ή από τον ελαφρό ήχο ύδατος που ακούγεται από ρυάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μινύρισμα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μινυρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μινύρισμα | μινυρίσματα |
| Γενική | μινυρίσματος | μινυρισμάτων |
| Αιτιατική | μινύρισμα | μινυρίσματα |
| Κλητική | μινύρισμα | μινυρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →