Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιραμπό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοείδος καπέλου Βικιλεξικό
    • Γιατί μπορεί να ζει μες στην πολυτέλεια, αλλά ο αντάρτης του Θέρισου, όταν χρειάζεται, ξυπνάει μέσα του για να του σώσει, αυτός και μόνο αυτός, τη ζωή, Έχει αφήσει τα μιραμπό και τα επίσημα ημίψηλα. Φοράει κάθε μέρα το δίκοχο που θα σφραγίσει την εικόνα του σ'αυτή την τελευταία πράξη του πολιτικού του βίου (Αργύρης Ντινόπουλος, Το άδειο νυφικό: Ο απόκρυφος έρωτας του Ελευθέριου Βενιζέλου, 2013 https://books.google.gr/books?id=lXx2BQAAQBAJ&lpg=PT254&dq=%22%CE%BC%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%22&pg=PT254#v=onepage&q=%22%CE%BC%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%22&f=false)

Ετυμολογία

μιραμπό < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →