μισάλι
•
- ιδιωματικόμικρό τραπεζομάντιλο, πετσέτα (φαγητού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισάλι < μεσαιωνική ελληνική μενσάλιν, μενσάλιον < προέλευσης από τη λατινική mensalium → και δείτε τη λέξη μεσάλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →