Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισακάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει σχέση με μισακάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Ο μισακάρικος τρόπος καλλιέργειας από γεωργούς (κολίγους) εγκατεστημένους στα αγροκτήματα με τις οικογένειές τους ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του καθεστώτος των τσιφλικιών στα Βαλκάνια (Κωνσταντίνα Πανάγου, ανακτήθηκε στις 31/7/2022 από το αποθετήριο olympias.lib.uoi.gr)

Ετυμολογία

μισακάρικος < μισακάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισακάρικοςμισακάρικημισακάρικο
Γενικήμισακάρικουμισακάρικηςμισακάρικου
Αιτιατικήμισακάρικομισακάρικημισακάρικο
Κλητικήμισακάρικεμισακάρικημισακάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισακάρικοιμισακάρικεςμισακάρικα
Γενικήμισακάρικωνμισακάρικωνμισακάρικων
Αιτιατικήμισακάρικουςμισακάρικεςμισακάρικα
Κλητικήμισακάρικοιμισακάρικεςμισακάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →