μισανοίγω
•
- ανοίγω κατά το ήμισυ ή λίγο, όχι εντελώς Βικιλεξικό
- για φυτάαρχίζω να βλασταίνω ή να βγάζω φύλλα ή να μπουμπουκιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισανοίγω < μισ- (<μισός) + ανοίγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μισανοίγω | μισανοίγεις | μισανοίγει | μισανοίγουμε | μισανοίγετε | μισανοίγουν / μισανοίγουνε |
| Παρατατικός | μισάνοιγα | μισάνοιγες | μισάνοιγε | μισανοίγαμε | μισανοίγατε | μισάνοιγαν / μισανοίγαν / μισανοίγανε |
| Αόριστος | μισάνοιξα | μισάνοιξες | μισάνοιξε | μισανοίξαμε | μισανοίξατε | μισάνοιξαν / μισανοίξαν / μισανοίξανε |
| Μέλλοντας | θα μισανοίγω / θα μισανοίξω | θα μισανοίγεις / θα μισανοίξεις | θα μισανοίγει / θα μισανοίξει | θα μισανοίγουμε / θα μισανοίξουμε | θα μισανοίγετε / θα μισανοίξετε | θα μισανοίγουν / θα μισανοίγουνε / θα μισανοίξουν / θα μισανοίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω μισανοίξει | έχεις μισανοίξει | έχει μισανοίξει | έχουμε μισανοίξει | έχετε μισανοίξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μισανοίξει | είχες μισανοίξει | είχε μισανοίξει | είχαμε μισανοίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μισανοίξει / να μισανοίγω / να μισανοίξω | να έχεις μισανοίξει / να μισανοίγεις / να μισανοίξεις | να έχει μισανοίξει / να μισανοίγει / να μισανοίξει | να έχουμε μισανοίξει / να μισανοίγουμε / να μισανοίξουμε | να έχετε μισανοίξει / να μισανοίγετε / να μισανοίξετε | να μισανοίγουν / να μισανοίγουνε / να μισανοίξουν / να μισανοίξουνε |
| Προστακτική | — | μισάνοιγε / μισάνοιξε | — | — | μισανοίγετε / μισανοίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →