Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισγάγκεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωγραφίαη ιδεατή γραμμή συνάντησης ορεινών όγκων, στην οποία ρέει το νερό, στο βαθύτερο σημείο της κοίτης Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη μίξη, η ανάμιξη, το σημείο συνάντησης πολιτισμών, ανάμιξης ιδεών Βικιλεξικό
    • Κάποτε όμως λειτούργησαν ως μισγάγκεια από τη μια το ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα και από την άλλη οι θεολογικές ανησυχίες

Ετυμολογία

μισγάγκεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μισγάγκεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμισγάγκειαμισγάγκειες
Γενικήμισγάγκειαςμισγαγκειών
Αιτιατικήμισγάγκειαμισγάγκειες
Κλητικήμισγάγκειαμισγάγκειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →