μισγάγκεια
•
- γεωγραφίαη ιδεατή γραμμή συνάντησης ορεινών όγκων, στην οποία ρέει το νερό, στο βαθύτερο σημείο της κοίτης Βικιλεξικό
- μεταφορικάη μίξη, η ανάμιξη, το σημείο συνάντησης πολιτισμών, ανάμιξης ιδεών Βικιλεξικό
- Κάποτε όμως λειτούργησαν ως μισγάγκεια από τη μια το ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα και από την άλλη οι θεολογικές ανησυχίες
Ετυμολογία
μισγάγκεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μισγάγκεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μισγάγκεια | μισγάγκειες |
| Γενική | μισγάγκειας | μισγαγκειών |
| Αιτιατική | μισγάγκεια | μισγάγκειες |
| Κλητική | μισγάγκεια | μισγάγκειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →