Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισελληνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μισέλληνα ή τον μισελληνισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μισελληνικός < μισέλληνας + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισελληνικόςμισελληνικήμισελληνικό
Γενικήμισελληνικούμισελληνικήςμισελληνικού
Αιτιατικήμισελληνικόμισελληνικήμισελληνικό
Κλητικήμισελληνικέμισελληνικήμισελληνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισελληνικοίμισελληνικέςμισελληνικά
Γενικήμισελληνικώνμισελληνικώνμισελληνικών
Αιτιατικήμισελληνικούςμισελληνικέςμισελληνικά
Κλητικήμισελληνικοίμισελληνικέςμισελληνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →