μισεύω
•
- φεύγω Βικιλεξικό
- Καθώς και προχθές το δείλι και την προχθεσινήν νύκτα σάς έγραψα ότι έμελλον να μισεύσω από το Ροϊνό. (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Άπαντα, τ. 1, Ιστορικές εκδόσεις 1821, σελ. 111)
- Πηγαίνει τότες ο Παναγής στη γριά την πεθερά του, και της λέει: — Κατάλαβα· ο γέρος θέλει να με ψήσει στη φωτιά πρώτα. Φιλώ λοιπόν το χέρι σου, και μισεύω. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου/ζ)
- αποδημώ, ξενιτεύομαι Βικιλεξικό
- Κι εκάλεσε τον αδελφό και χωριστά του λέει: / — Βουλιούμαι, αγαπημένε μου, στα ξένα να μισέψω, / να διαπεράσω τα βουνά, να πάω σε ξένον κόσμο (Κώστας Κρυστάλλης)
- Και μέσ’ στα δώδεκα ψηλά και μέσ’ στους τόσους μήνες / ο μισευμένος κίνησε απ' τα μακριά τα ξένα / να διαπεράσει θάλασσες, κάμπους, βουνά, ποτάμια. (Κώστας Κρυστάλλης)
- μεταφορικάαναχωρώ από τη ζωή Βικιλεξικό
- καί, ἀντὶς ἀπὸ τ' ἀστέρια ὁποῦ θωροῦσα, | μοῦ ἀστράφτει ὀμπρὸς τοῦ Χάρου τὸ λεπίδι | Χωρὶς ν’ ἀκούω θλίψη γιὰ τοῦτο ἢ τρόμο, | μισεύω ξημερώνοντας (Γεράσιμος Μαρκοράς, Σονέτο: Ως πρώτα που γοργά σ’ ακολουθούσα)
Ετυμολογία
μισεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μισεύω < υστερολατινική missa < λατινική missus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος mitto
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μισεύω | μισεύεις | μισεύει | μισεύουμε | μισεύετε | μισεύουν / μισεύουνε |
| Παρατατικός | μίσευα | μίσευες | μίσευε | μισεύαμε | μισεύατε | μίσευαν / μισεύαν / μισεύανε |
| Αόριστος | μίσεψα | μίσεψες | μίσεψε | μισέψαμε | μισέψατε | μίσεψαν / μισέψαν / μισέψανε |
| Μέλλοντας | θα μισέψω / θα μισεύω | θα μισέψεις / θα μισεύεις | θα μισέψει / θα μισεύει | θα μισέψουμε / θα μισεύουμε | θα μισέψετε / θα μισεύετε | θα μισέψουν / θα μισέψουνε / θα μισεύουν / θα μισεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μισέψει | έχεις μισέψει | έχει μισέψει | έχουμε μισέψει | έχετε μισέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μισέψει | είχες μισέψει | είχε μισέψει | είχαμε μισέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μισέψει / να μισέψω / να μισεύω | να έχεις μισέψει / να μισέψεις / να μισεύεις | να έχει μισέψει / να μισέψει / να μισεύει | να έχουμε μισέψει / να μισέψουμε / να μισεύουμε | να έχετε μισέψει / να μισέψετε / να μισεύετε | να μισέψουν / να μισέψουνε / να μισεύουν / να μισεύουνε |
| Προστακτική | — | μίσευε / μίσεψε | — | — | μισέψτε / μισεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →