μισθωτός
•
- αυτός που προσφέρει την εργασία του έναντι μισθού Βικιλεξικό
- Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
Ετυμολογία
μισθωτός < αρχαία ελληνική, μισθ(ός) + -ωτός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισθωτός | μισθωτή | μισθωτό |
| Γενική | μισθωτού | μισθωτής | μισθωτού |
| Αιτιατική | μισθωτό | μισθωτή | μισθωτό |
| Κλητική | μισθωτέ | μισθωτή | μισθωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισθωτοί | μισθωτές | μισθωτά |
| Γενική | μισθωτών | μισθωτών | μισθωτών |
| Αιτιατική | μισθωτούς | μισθωτές | μισθωτά |
| Κλητική | μισθωτοί | μισθωτές | μισθωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →