μισθόβιος
•
- παρωχημένομισθοσυντήρητος Βικιλεξικό
- Καλήν ημέραν άρχοντες... Και «άρχοντες» ήσαν μαζί με τους άλλους ο εργάτης που επήγαινε στη δουλειά του, η νοικοκυρά της συνοικίας, ο αποχειροβίωτος και μισθόβιος και ο ψιλικατζής. (*)
Ετυμολογία
μισθόβιος < μισθός + -ο- + -βιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισθόβιος | μισθόβια | μισθόβιο |
| Γενική | μισθόβιου | μισθόβιας | μισθόβιου |
| Αιτιατική | μισθόβιο | μισθόβια | μισθόβιο |
| Κλητική | μισθόβιε | μισθόβια | μισθόβιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισθόβιοι | μισθόβιες | μισθόβια |
| Γενική | μισθόβιων | μισθόβιων | μισθόβιων |
| Αιτιατική | μισθόβιους | μισθόβιες | μισθόβια |
| Κλητική | μισθόβιοι | μισθόβιες | μισθόβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →