Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισμαγιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόανθολογία Βικιλεξικό
  2. ※ Στις χειρόγραφες ανθολογίες που περιέχουν συλλογές φαναριώτικων τραγουδιών , τις γνωστές με τον τουρκικό όρο «μισμαγιά» ή «μετζμουάς» ( από την τουρκική λέξη mecmua = ανθολογία, συλλογή) (Μνήμη Λέανδρου Βρανούση: πρακτικά επιστημονικού συμποσίου Αθήνα, 10-11 Μαΐου 1995, Ὅμιλος μελέτης τοῦ ἑλληνικοῦ Διαφωτισμοῦ, 1997) Βικιλεξικό
  3. ※ "…Μιά τέτοια χειρόγραφη ανθολογία (μισμαγιά) βρίσκεται στήν κατοχή μου". Πρόκειται γιά χειρόγραφο σχήματος στενόμακρου «μπλόκ», διαστάσεων ύψους 0,170, πλάτους 0,119, των αρχών του 19ου αιώνα. (Ελληνογαλλικά: αφιέρωμα στον Roger Milliex για τα πενήντα χρόνια της Ελληνικής παρουσίας του, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, 1990) Βικιλεξικό
  4. ※ Εις Ιάσιον και Βουκουρέστιον ευρισκόμενος πρό χρόνων ήδη ικανών, εσύναξα από διάφορα καταστιχάκια ( κοινώς «μισμαγιά» λεγόμενα ) των φίλων μου διάφορα στιχουργήματα , από τα οποία απεφάσισα , διά παρακινήσεως τινών φίλων μου να τα τυπώσω όσα βλέπετε στο παρόν φυλλάδιο (Βασική Βιβλιοθήκη «Αετού», Σειρά πρώτη, Τόμος 11, Ι.Ν. Ζαχαρόπουλος, 1954, σελ. 69) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μισμαγιά < οθωμανική τουρκική مجموعه (mecmua) < αραβική مجموعة (majmūʕa, συλλογή, ανθολογία, συμπίλημα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμισμαγιάμισμαγιές
Γενικήμισμαγιάςμισμαγιών
Αιτιατικήμισμαγιάμισμαγιές
Κλητικήμισμαγιάμισμαγιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →