Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισογυνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μισογύνη ή τον μισογυνισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μισογυνικός < μισογύνης + -ικός < ελληνιστική κοινή μισογύνης < αρχαία ελληνική μισο- (μισέω) + γυνή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισογυνικόςμισογυνικήμισογυνικό
Γενικήμισογυνικούμισογυνικήςμισογυνικού
Αιτιατικήμισογυνικόμισογυνικήμισογυνικό
Κλητικήμισογυνικέμισογυνικήμισογυνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισογυνικοίμισογυνικέςμισογυνικά
Γενικήμισογυνικώνμισογυνικώνμισογυνικών
Αιτιατικήμισογυνικούςμισογυνικέςμισογυνικά
Κλητικήμισογυνικοίμισογυνικέςμισογυνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →