μισονεϊστικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με τον μισονεϊσμό ή τον μισονεϊστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισονεϊστικός < μισονεϊστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισονεϊστικός | μισονεϊστική | μισονεϊστικό |
| Γενική | μισονεϊστικού | μισονεϊστικής | μισονεϊστικού |
| Αιτιατική | μισονεϊστικό | μισονεϊστική | μισονεϊστικό |
| Κλητική | μισονεϊστικέ | μισονεϊστική | μισονεϊστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισονεϊστικοί | μισονεϊστικές | μισονεϊστικά |
| Γενική | μισονεϊστικών | μισονεϊστικών | μισονεϊστικών |
| Αιτιατική | μισονεϊστικούς | μισονεϊστικές | μισονεϊστικά |
| Κλητική | μισονεϊστικοί | μισονεϊστικές | μισονεϊστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →