μισοφέγγαρο
•
- σεληνιακή φάση όπου το φως του Ηλίου λάμπει ώστε να φανεί ένα στενό τμήμα της Σελήνης, το οποίο έχει την μορφή μηνίσκου Βικιλεξικό
- Ο ήλιος είχε βασιλέψει προ μισής ώρας, κ' είχαμε ακόμη τρεις ώρες να φθάσουμε 'ς το δικό μας χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο, και λέγαμε πως θα προφθάσουμε ν' ανεβούμε τα βουνά και να κατεβούμε 'ς τον κάμπο μας με το φως του. (Εστία, 1890, σελ. 29 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/0gVaBFbRPmYC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%9C%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF&pg=RA1-PA33&printsec=frontcover)
- κατ’ επέκτασητο ημικυκλικό, δρεπανοειδές σχήμα που σχηματίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισοφέγγαρο < μισο- + φεγγάρ(ι) + -ο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μισοφέγγαρο | μισοφέγγαρα |
| Γενική | μισοφέγγαρου | μισοφέγγαρων |
| Αιτιατική | μισοφέγγαρο | μισοφέγγαρα |
| Κλητική | μισοφέγγαρο | μισοφέγγαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →