Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισοφέγγαρο

/mi.soˈfe(ŋ).ga.ɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σεληνιακή φάση όπου το φως του Ηλίου λάμπει ώστε να φανεί ένα στενό τμήμα της Σελήνης, το οποίο έχει την μορφή μηνίσκου Βικιλεξικό
    • Ο ήλιος είχε βασιλέψει προ μισής ώρας, κ' είχαμε ακόμη τρεις ώρες να φθάσουμε 'ς το δικό μας χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο, και λέγαμε πως θα προφθάσουμε ν' ανεβούμε τα βουνά και να κατεβούμε 'ς τον κάμπο μας με το φως του. (Εστία, 1890, σελ. 29 https://www.google.gr/books/edition/Hestia/0gVaBFbRPmYC?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%9C%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%BF&pg=RA1-PA33&printsec=frontcover)
  2. κατ’ επέκτασητο ημικυκλικό, δρεπανοειδές σχήμα που σχηματίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μισοφέγγαρο < μισο- + φεγγάρ(ι) + -ο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμισοφέγγαρομισοφέγγαρα
Γενικήμισοφέγγαρουμισοφέγγαρων
Αιτιατικήμισοφέγγαρομισοφέγγαρα
Κλητικήμισοφέγγαρομισοφέγγαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →