μιταρώνω
•
- ιδιωματικόπερνάω τα νήματα του στημονιού στα μιτάρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μιταρώνω < μιτάρι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μιταρώνω | μιταρώνεις | μιταρώνει | μιταρώνουμε | μιταρώνετε | μιταρώνουν / μιταρώνουνε |
| Παρατατικός | μιτάρωνα | μιτάρωνες | μιτάρωνε | μιταρώναμε | μιταρώνατε | μιτάρωναν / μιταρώναν / μιταρώνανε |
| Αόριστος | μιτάρωσα | μιτάρωσες | μιτάρωσε | μιταρώσαμε | μιταρώσατε | μιτάρωσαν / μιταρώσαν / μιταρώσανε |
| Μέλλοντας | θα μιταρώνω / θα μιταρώσω | θα μιταρώνεις / θα μιταρώσεις | θα μιταρώνει / θα μιταρώσει | θα μιταρώνουμε / θα μιταρώσουμε | θα μιταρώνετε / θα μιταρώσετε | θα μιταρώνουν / θα μιταρώνουνε / θα μιταρώσουν / θα μιταρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μιταρώσει | έχεις μιταρώσει | έχει μιταρώσει | έχουμε μιταρώσει | έχετε μιταρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μιταρώσει | είχες μιταρώσει | είχε μιταρώσει | είχαμε μιταρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μιταρώσει / να μιταρώνω / να μιταρώσω | να έχεις μιταρώσει / να μιταρώνεις / να μιταρώσεις | να έχει μιταρώσει / να μιταρώνει / να μιταρώσει | να έχουμε μιταρώσει / να μιταρώνουμε / να μιταρώσουμε | να έχετε μιταρώσει / να μιταρώνετε / να μιταρώσετε | να μιταρώνουν / να μιταρώνουνε / να μιταρώσουν / να μιταρώσουνε |
| Προστακτική | — | μιτάρωνε / μιτάρωσε | — | — | μιταρώνετε / μιταρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →