Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μνημειακότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του μνημειακού Βικιλεξικό
    • Το διάσπαρτο αρχαίο υλικό καταγράφηκε, ώστε να αξιοποιηθεί στις εργασίες αναστήλωσης, ενώ μεταξύ των στόχων της μελέτης είναι να γίνει κατανοητή η κάτοψη του μνημείου, να γίνει προβολή των ανδήρων, της θεατρικότητας και της μνημειακότητας του ανακτόρου και να επισημανθεί διακριτικά η τρίτη διάσταση, η οποία θα αποδοθεί με την αποκατάσταση τεσσάρων κιόνων στο περιστύλιο της αυλής του Κτιρίου Ι και τριών ακόμα στη στοά του Προπύλου. (*)

Ετυμολογία

μνημειακότητα < μνημειακός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμνημειακότηταμνημειακότητες
Γενικήμνημειακότηταςμνημειακοτήτων
Αιτιατικήμνημειακότηταμνημειακότητες
Κλητικήμνημειακότηταμνημειακότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →