Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μνημειώνω

/mni.miˈo.no/ρήμα
•
  1. λόγιοθυμάμαι, διατηρώ στη μνήμη μου εις το διηνεκές Βικιλεξικό
    • Η ιστορία της Απημοσύνης παραπέμπει σε τελετουργικά γονιμότητας, όπου τονίζεται η σημασία του υγρού στοιχείου για τη δημιουργία ζωής, αλλά μνημειώνει και την εξάπλωση των Μινωιτών στη Μικρά Ασία και την Πελοπόννησο και επιχειρεί περαιτέρω διασυνδέσεις αιγαιακών και πελοποννησιακών περιοχών με την Κρήτη.
    • Όπως όλα τα αυτοβιογραφικά κείμενα, το απομνημόνευμα βασίζεται στην ταύτιση των προσώπων του συγγραφέα, του αφηγητή και του πρωταγωνιστή της ιστορίας. Στο απομνημόνευμα αναπλάθονται εμπειρίες και συμβάντα που έζησε και μαρτυρεί ο συγγραφέας. Aνάμεσα στα κεντρικά χαρακτηριστικά του είδους είναι η υποκειμενικότητα και η αυτοδικαιωτική πρόθεση, δηλαδή η συστηματική προσπάθεια του αφηγητή να παρουσιάσει το παρελθόν με τρόπο που εξαίρει την προσωπική του συμβολή στα γεγονότα ή γενικότερα δικαιώνει και μνημειώνει την προσωπικότητά του, πάντα από την οπτική γωνία του χρόνου και των περιστάσεων της γραφής του έργου.
  2. λόγιοδημιουργώ μνημείο ενθύμησης σημαντικών γεγονότων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μνημειώνω < μνημ(είο) + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμνημειώνωμνημειώνειςμνημειώνειμνημειώνουμεμνημειώνετεμνημειώνουν / μνημειώνουνε
Παρατατικόςμνημείωναμνημείωνεςμνημείωνεμνημειώναμεμνημειώνατεμνημείωναν / μνημειώναν / μνημειώνανε
Αόριστοςμνημείωσαμνημείωσεςμνημείωσεμνημειώσαμεμνημειώσατεμνημείωσαν / μνημειώσαν / μνημειώσανε
Μέλλονταςθα μνημειώνω / θα μνημειώσωθα μνημειώνεις / θα μνημειώσειςθα μνημειώνει / θα μνημειώσειθα μνημειώνουμε / θα μνημειώσουμεθα μνημειώνετε / θα μνημειώσετεθα μνημειώνουν / θα μνημειώνουνε / θα μνημειώσουν / θα μνημειώσουνε
Παρακείμενοςέχω μνημειώσειέχεις μνημειώσειέχει μνημειώσειέχουμε μνημειώσειέχετε μνημειώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μνημειώσειείχες μνημειώσειείχε μνημειώσειείχαμε μνημειώσει——
Υποτακτικήνα έχω μνημειώσει / να μνημειώνω / να μνημειώσωνα έχεις μνημειώσει / να μνημειώνεις / να μνημειώσειςνα έχει μνημειώσει / να μνημειώνει / να μνημειώσεινα έχουμε μνημειώσει / να μνημειώνουμε / να μνημειώσουμενα έχετε μνημειώσει / να μνημειώνετε / να μνημειώσετενα μνημειώνουν / να μνημειώνουνε / να μνημειώσουν / να μνημειώσουνε
Προστακτική—μνημείωνε / μνημείωσε——μνημειώνετε / μνημειώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →