μνημειώνω
•
- λόγιοθυμάμαι, διατηρώ στη μνήμη μου εις το διηνεκές Βικιλεξικό
- Η ιστορία της Απημοσύνης παραπέμπει σε τελετουργικά γονιμότητας, όπου τονίζεται η σημασία του υγρού στοιχείου για τη δημιουργία ζωής, αλλά μνημειώνει και την εξάπλωση των Μινωιτών στη Μικρά Ασία και την Πελοπόννησο και επιχειρεί περαιτέρω διασυνδέσεις αιγαιακών και πελοποννησιακών περιοχών με την Κρήτη.
- Όπως όλα τα αυτοβιογραφικά κείμενα, το απομνημόνευμα βασίζεται στην ταύτιση των προσώπων του συγγραφέα, του αφηγητή και του πρωταγωνιστή της ιστορίας. Στο απομνημόνευμα αναπλάθονται εμπειρίες και συμβάντα που έζησε και μαρτυρεί ο συγγραφέας. Aνάμεσα στα κεντρικά χαρακτηριστικά του είδους είναι η υποκειμενικότητα και η αυτοδικαιωτική πρόθεση, δηλαδή η συστηματική προσπάθεια του αφηγητή να παρουσιάσει το παρελθόν με τρόπο που εξαίρει την προσωπική του συμβολή στα γεγονότα ή γενικότερα δικαιώνει και μνημειώνει την προσωπικότητά του, πάντα από την οπτική γωνία του χρόνου και των περιστάσεων της γραφής του έργου.
- λόγιοδημιουργώ μνημείο ενθύμησης σημαντικών γεγονότων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μνημειώνω < μνημ(είο) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μνημειώνω | μνημειώνεις | μνημειώνει | μνημειώνουμε | μνημειώνετε | μνημειώνουν / μνημειώνουνε |
| Παρατατικός | μνημείωνα | μνημείωνες | μνημείωνε | μνημειώναμε | μνημειώνατε | μνημείωναν / μνημειώναν / μνημειώνανε |
| Αόριστος | μνημείωσα | μνημείωσες | μνημείωσε | μνημειώσαμε | μνημειώσατε | μνημείωσαν / μνημειώσαν / μνημειώσανε |
| Μέλλοντας | θα μνημειώνω / θα μνημειώσω | θα μνημειώνεις / θα μνημειώσεις | θα μνημειώνει / θα μνημειώσει | θα μνημειώνουμε / θα μνημειώσουμε | θα μνημειώνετε / θα μνημειώσετε | θα μνημειώνουν / θα μνημειώνουνε / θα μνημειώσουν / θα μνημειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μνημειώσει | έχεις μνημειώσει | έχει μνημειώσει | έχουμε μνημειώσει | έχετε μνημειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μνημειώσει | είχες μνημειώσει | είχε μνημειώσει | είχαμε μνημειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μνημειώσει / να μνημειώνω / να μνημειώσω | να έχεις μνημειώσει / να μνημειώνεις / να μνημειώσεις | να έχει μνημειώσει / να μνημειώνει / να μνημειώσει | να έχουμε μνημειώσει / να μνημειώνουμε / να μνημειώσουμε | να έχετε μνημειώσει / να μνημειώνετε / να μνημειώσετε | να μνημειώνουν / να μνημειώνουνε / να μνημειώσουν / να μνημειώσουνε |
| Προστακτική | — | μνημείωνε / μνημείωσε | — | — | μνημειώνετε / μνημειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →