μνημονεύω
•
- κάνω λόγο, αναφέρω Βικιλεξικό
- αναφέρω το όνομα κάποιου σε θρησκευτική δέηση Βικιλεξικό
- αναφέρω τιμητικά το όνομα κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μνημονεύω < αρχ. μνημονεύω < μνήμων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →