Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μνημονιάκιας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόοπαδός μνημονίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μνημονιάκιας < μνημόνιο + -άκιας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμνημονιάκιαςμνημονιάκηδες
Γενικήμνημονιάκιαμνημονιάκηδων
Αιτιατικήμνημονιάκιαμνημονιάκηδες
Κλητικήμνημονιάκιαμνημονιάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →