Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μνημούρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τάφος, μνήμα Βικιλεξικό
    • Κλωτσιὰ βαρεῖ τοῦ μαύρου του ςτὴν ἐκκλησιὰ παγαίνει. Βρίσκει τὸν πρωτομάστορη, ποῦ κάνει τὸ μνημοῦρι Πέ μου νὰ ζήσῃς μάστορα τίνος εἶν ̓ τὸ μνημοῦρι; Εἶναι τῆς κόρης τῆς ξανθῆς, ξανθῆς καὶ μαυρομμάτας, Ὁπὤχει τοὺς ἐννι ̓ ἀδερφοὺς τὸν Κωνσταντῖνον ἄντρα, Πὤχει τὰ σπίτια τὰ πολλὰ τὰ τέσσερα παλάτια. Παρακαλῶ σε μάστορα, να φτιάσῃς τὸ μνημοῦρι Λίγο μακρὺ, λίγο πλατὺ, νἆναι γιὰ δυὸ νομάτους.

Ετυμολογία

μνημούρι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμνημούριμνημούρια
Γενικήμνημουριούμνημουριών
Αιτιατικήμνημούριμνημούρια
Κλητικήμνημούριμνημούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →