μνημόσυνο
•
- θρησκείαεκκλησιαστική ακολουθία ενθύμησης, μνήμης και ανάπαυσης της ψυχής ενός τεθνεώτος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητιμητική εκδήλωση στη μνήμη ενός σπουδαίου προσώπου Βικιλεξικό
- θρησκείαλειτουργική ευχή, που εκφωνεί ο λειτουργός κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, αναφέροντας το όνομα του επιχωρίου επισκόπου ή του επισκόπου στου οποίου τη δικαιοδοσία υπάγεται. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μνημόσυνο < ελληνιστική κοινή μνημόσυνον (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μνημόσυνον < μνημοσύνη < μνήμη < μνάομαι / μνῶμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μνημόσυνο | μνημόσυνα |
| Γενική | μνημοσύνου / μνημόσυνου | μνημοσύνων |
| Αιτιατική | μνημόσυνο | μνημόσυνα |
| Κλητική | μνημόσυνο | μνημόσυνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →