Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μογγολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Μογγολία ή τους Μογγόλους Βικιλεξικό
  2. σχετικός με το μογγολισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μογγολικός < Μογγολία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμογγολικόςμογγολικήμογγολικό
Γενικήμογγολικούμογγολικήςμογγολικού
Αιτιατικήμογγολικόμογγολικήμογγολικό
Κλητικήμογγολικέμογγολικήμογγολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμογγολικοίμογγολικέςμογγολικά
Γενικήμογγολικώνμογγολικώνμογγολικών
Αιτιατικήμογγολικούςμογγολικέςμογγολικά
Κλητικήμογγολικοίμογγολικέςμογγολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →