Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μογιλάλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςβραδύγλωσσος Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςπου έχει μεγάλη δυσκολία στην ομιλία ή είναι μουγγός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μογιλάλος < ελληνιστική κοινή μογιλάλος < αρχαία ελληνική μόγις + λάλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμογιλάλοςμογιλάλοςμογιλάλον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →