μοδάτος
•
- οικείοτης μόδας, σύμφωνος με τη μόδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοδάτος < μόδ(α) + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μοδάτος | μοδάτη | μοδάτο |
| Γενική | μοδάτου | μοδάτης | μοδάτου |
| Αιτιατική | μοδάτο | μοδάτη | μοδάτο |
| Κλητική | μοδάτε | μοδάτη | μοδάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μοδάτοι | μοδάτες | μοδάτα |
| Γενική | μοδάτων | μοδάτων | μοδάτων |
| Αιτιατική | μοδάτους | μοδάτες | μοδάτα |
| Κλητική | μοδάτοι | μοδάτες | μοδάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →