μοδίστρα
•
- ενδυμασίαη επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα Βικιλεξικό
- Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή...
- Δεν άργησε να γίνει άνθρωπος εμπιστοσύνης στην αρχή για ανέξοδες εκμυστηρεύσεις, απ' αυτές που κάνει κάθε γυναίκα στην κομμώτρια, τη μανικιουρίστα και τη μοδίστρα της. (Ελισάβετ Παπαδοπούλου, Μέρες και νύχτες που δεν ήταν δικές μας, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- στρατιωτική αργκόειρωνική ονομασία για τους στρατεύσιμους που υπηρετούν εύκολη θητεία, όπως γενικά θεωρούνται στην Ελλάδα από τους φαντάρους του στρατού ξηράς οι σμηνίτες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ), ή, στον Ελληνικό Στρατό (ΕΣ), οι στρατιώτες που υπηρετούν στις Διαβιβάσεις (ΔΒ) (διαβιβαστές) ή στο Σώμα Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ) (υλικοπόλεμοι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοδίστρα < είτε οπτικό δάνειο από τη γαλλική modiste, είτε άμεσο δάνειο από τη γαλλική, με υπερδιόρθωση του φθόγγου [d] > [ð] και ανάπτυξη του [ɾ] κατά τα θηλυκά σε -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοδίστρα | μοδίστρες |
| Γενική | μοδίστρας | μοδιστρών |
| Αιτιατική | μοδίστρα | μοδίστρες |
| Κλητική | μοδίστρα | μοδίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →