Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιάζω

/ˈmɲa.zo/ρήμα
•
  1. έχω κοινά χαρακτηριστικά με κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
    • Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλού μου λοιπόν, ορίστε μερικά μονάχα από τα πολλά που αρέσουν και στους δυο μας. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. προκαλώ την εντύπωση ότι είμαι κάτι που δεν είμαι Βικιλεξικό
    • σου μοιάζω για ανόητη, αλλά δεν είμαι
  3. (γ΄ενικό) μοιάζει να... : δίνει την εντύπωση, φαίνεται να... Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μοιάζω < αρχαία ελληνική ὁμοιάζω με αποβολή του αρχικού φωνήεντος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →