Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιράζομαι

/miˈɾa.zo.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος μοιράζω Βικιλεξικό
  2. παθητική φωνή του ρήματος μοιράζω Βικιλεξικό
    • Η οικογένεια μοιράστηκε με τον ξένο το φτωχικό φαγητό.
    • Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
  3. μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος μοιράζω Βικιλεξικό
    • Εμείς οι δυο μοιραστήκαμε τα ίδια βάσανα και τις ίδιες ελπίδες.

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →