μοιράζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος μοιράζω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος μοιράζω Βικιλεξικό
- Η οικογένεια μοιράστηκε με τον ξένο το φτωχικό φαγητό.
- Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
- μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος μοιράζω Βικιλεξικό
- Εμείς οι δυο μοιραστήκαμε τα ίδια βάσανα και τις ίδιες ελπίδες.
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →