μοιράρης
•
- ικαριώτικαεκείνος που αναλαμβάνει να διανείμει κινητά ή ακίνητα πράγματα Βικιλεξικό
- κρητικάπροφήτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοιράρης < μοίρα + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοιράρης | μοιράρηδες |
| Γενική | μοιράρη | μοιράρηδων |
| Αιτιατική | μοιράρη | μοιράρηδες |
| Κλητική | μοιράρη | μοιράρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →