Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιράστρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ποιητικός τύποςαυτή που μοιράζει Βικιλεξικό
    • κι εγώ σερνόμουν προς αυτή με χέρια ολανοιγμένα, / και τα στοιχειά μού φώναζαν τρικυμισμένα: «Μη! / Tου σκοταδιού η αρχόντισσα, του δολερού η μοιράστρα… (Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή)

Ετυμολογία

μοιράστρα < μοιραστής + κατάληξη θηλυκού -τρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμοιράστραμοιράστρες
Γενικήμοιράστρας—
Αιτιατικήμοιράστραμοιράστρες
Κλητικήμοιράστραμοιράστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →