Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιρασιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το μοίρασμα Βικιλεξικό
    • Είπαμε: ορμάς, βουτάς, κάνω ότι σε πυροβολώ, γίνεσαι και βρισκόμαστε μετά για τη μοιρασιά. Δεν είναι τόσο απλό και το ξέρεις. Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδ. Νεφέλη, 1999 , σελ. 59)

Ετυμολογία

μοιρασιά < μεσαιωνική ελληνική μοιρασία < μοιράζω < ελληνιστική κοινή μοιράω / μοιρῶ < μοῖρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμοιρασιάμοιρασιές
Γενικήμοιρασιάςμοιρασιών
Αιτιατικήμοιρασιάμοιρασιές
Κλητικήμοιρασιάμοιρασιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →