μοιροκρατία
•
- η μοιρολατρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοιροκρατία < μοίρ(α) + -ο- + -κρατία, (μαρτυρείται από το 1889)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοιροκρατία | μοιροκρατίες |
| Γενική | μοιροκρατίας | μοιροκρατιών |
| Αιτιατική | μοιροκρατία | μοιροκρατίες |
| Κλητική | μοιροκρατία | μοιροκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →