μοιρολογίστρα
•
- γυναίκα που ξέρει μοιρολόια και μοιρολογεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοιρολογίστρα < μεσαιωνική ελληνική μοιρολογίστρα / μοιρολοήτρα / μοιρολογήτρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοιρολογίστρα | μοιρολογίστρες |
| Γενική | μοιρολογίστρας | — |
| Αιτιατική | μοιρολογίστρα | μοιρολογίστρες |
| Κλητική | μοιρολογίστρα | μοιρολογίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →