Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιρολογίστρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γυναίκα που ξέρει μοιρολόια και μοιρολογεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοιρολογίστρα < μεσαιωνική ελληνική μοιρολογίστρα / μοιρολοήτρα / μοιρολογήτρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμοιρολογίστραμοιρολογίστρες
Γενικήμοιρολογίστρας—
Αιτιατικήμοιρολογίστραμοιρολογίστρες
Κλητικήμοιρολογίστραμοιρολογίστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →