μοιρολογώ
•
- λέω θρηνητικό τραγούδι για κάποιον που πέθανε Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκφράζω παράνονο ή δυσαρέσκεια με θρήνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοιρολογώ < (ελληνιστική κοινή) μοιρολογῶ < μοῖρα + λέγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →