μολεύω
•
- δημοτικήμολύνω Βικιλεξικό
- δημοτικήμολύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μολεύω < μολ(ύνω) + -εύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μολεύω | μολεύεις | μολεύει | μολεύουμε | μολεύετε | μολεύουν / μολεύουνε |
| Παρατατικός | μόλευα | μόλευες | μόλευε | μολεύαμε | μολεύατε | μολεύαν / μολεύανε / μόλευαν |
| Αόριστος | μόλεψα | μόλεψες | μόλεψε | μολέψαμε | μολέψατε | μολέψαν / μολέψανε / μόλεψαν |
| Μέλλοντας | θα μολέψω / θα μολεύω | θα μολέψεις / θα μολεύεις | θα μολέψει / θα μολεύει | θα μολέψουμε / θα μολεύουμε | θα μολέψετε / θα μολεύετε | θα μολέψουν / θα μολέψουνε / θα μολεύουν / θα μολεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μολέψει | έχεις μολέψει | έχει μολέψει | έχουμε μολέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μολέψει | είχες μολέψει | είχε μολέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μολέψει / να μολέψω / να μολεύω | να έχεις μολέψει / να μολέψεις / να μολεύεις | να έχει μολέψει / να μολέψει / να μολεύει | να έχουμε μολέψει / να μολέψουμε / να μολεύουμε | να μολέψετε / να μολεύετε | να μολέψουν / να μολέψουνε / να μολεύουν / να μολεύουνε |
| Προστακτική | — | μόλευε / μόλεψε | — | — | μολέψτε / μολεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μολεύτηκαμολεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →