μολογάω
•
- λαϊκόδιηγούμαι, λέω κάτι Βικιλεξικό
- βρε τι τραβάμε, και δεν το μολογάμε...
- λαϊκότροποομολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μολογάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μολογ(ῶ) + -άω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ὁμολογῶ (εξομολογούμαι αμαρτίες) < αρχαία σημασία: συμφωνώ. (ετυμολογικό ζευγάρι με το ομολογώ)
Άλλοι τύποι
μολογήθηκαμολογημένοςμολογιέμαιμολογώμολόγησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →