μολυβήθρα
•
- βαρίδι από μόλυβδο που δένεται στα δίχτυα ή την πετονιά, για να παραμένουν στον πάτο της θάλασσας Βικιλεξικό
- βαρίδι από μόλυβδο που δένουν οι κτίστες στην άκρη ενός νήματος, ώστε να χρησιμοποιείται ως αλφάδι και να τους βοηθάει στο κτίσιμο ίσιων κατασκευών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μολυβήθρα < μολύβ(ι) + -ήθρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μολυβήθρα | μολυβήθρες |
| Γενική | μολυβήθρας | μολυβήθρων |
| Αιτιατική | μολυβήθρα | μολυβήθρες |
| Κλητική | μολυβήθρα | μολυβήθρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →