μολυβδίαση
•
- ιατρικήτοξική δηλητηρίαση κάποιου (τυπογράφου κ.ά.) που για χρόνια έρχεται σε επαφή με αντικείμενα από μόλυβδο ή ενώσεις του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μολυβδίαση < μόλυβδος + -ίαση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική lead poisoning / plumbism)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μολυβδίαση | μολυβδιάσεις |
| Γενική | μολυβδίασης | μολυβδιάσεων |
| Αιτιατική | μολυβδίαση | μολυβδιάσεις |
| Κλητική | μολυβδίαση | μολυβδιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →