Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μολυβώνω

ρήμα
•
  1. γράφω με μολύβι (χαράσσω γραμμές, μουντζουρώνω κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. ειδικότερακαλύπτω, επενδύω ή σφραγίζω με μόλυβδο Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: μολυβδώνω

Ετυμολογία

μολυβώνω < μεσαιωνική ελληνική μολυβώνω μολύβι + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμολυβώνωμολυβώνειςμολυβώνειμολυβώνουμεμολυβώνετεμολυβώνουν / μολυβώνουνε
Παρατατικόςμολύβωναμολύβωνεςμολύβωνεμολυβώναμεμολυβώνατεμολυβώναν / μολυβώνανε / μολύβωναν
Αόριστοςμολύβωσαμολύβωσεςμολύβωσεμολυβώσαμεμολυβώσατεμολυβώσαν / μολυβώσανε / μολύβωσαν
Μέλλονταςθα μολυβώνω / θα μολυβώσωθα μολυβώνεις / θα μολυβώσειςθα μολυβώνει / θα μολυβώσειθα μολυβώνουμε / θα μολυβώσουμεθα μολυβώνετε / θα μολυβώσετεθα μολυβώνουν / θα μολυβώνουνε / θα μολυβώσουν / θα μολυβώσουνε
Παρακείμενοςέχω μολυβώσειέχεις μολυβώσειέχει μολυβώσειέχουμε μολυβώσειέχετε μολυβώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μολυβώσειείχες μολυβώσειείχε μολυβώσειείχαμε μολυβώσει——
Υποτακτικήνα έχω μολυβώσει / να μολυβώνω / να μολυβώσωνα έχεις μολυβώσει / να μολυβώνεις / να μολυβώσειςνα έχει μολυβώσει / να μολυβώνει / να μολυβώσεινα έχουμε μολυβώσει / να μολυβώνουμε / να μολυβώσουμενα έχετε μολυβώσει / να μολυβώνετε / να μολυβώσετενα μολυβώνουν / να μολυβώνουνε / να μολυβώσουν / να μολυβώσουνε
Προστακτική—μολύβωνε / μολύβωσε——μολυβώνετε / μολυβώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →