μολυβώνω
•
- γράφω με μολύβι (χαράσσω γραμμές, μουντζουρώνω κ.λπ.) Βικιλεξικό
- ειδικότερακαλύπτω, επενδύω ή σφραγίζω με μόλυβδο Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: μολυβδώνω
Ετυμολογία
μολυβώνω < μεσαιωνική ελληνική μολυβώνω μολύβι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μολυβώνω | μολυβώνεις | μολυβώνει | μολυβώνουμε | μολυβώνετε | μολυβώνουν / μολυβώνουνε |
| Παρατατικός | μολύβωνα | μολύβωνες | μολύβωνε | μολυβώναμε | μολυβώνατε | μολυβώναν / μολυβώνανε / μολύβωναν |
| Αόριστος | μολύβωσα | μολύβωσες | μολύβωσε | μολυβώσαμε | μολυβώσατε | μολυβώσαν / μολυβώσανε / μολύβωσαν |
| Μέλλοντας | θα μολυβώνω / θα μολυβώσω | θα μολυβώνεις / θα μολυβώσεις | θα μολυβώνει / θα μολυβώσει | θα μολυβώνουμε / θα μολυβώσουμε | θα μολυβώνετε / θα μολυβώσετε | θα μολυβώνουν / θα μολυβώνουνε / θα μολυβώσουν / θα μολυβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μολυβώσει | έχεις μολυβώσει | έχει μολυβώσει | έχουμε μολυβώσει | έχετε μολυβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μολυβώσει | είχες μολυβώσει | είχε μολυβώσει | είχαμε μολυβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μολυβώσει / να μολυβώνω / να μολυβώσω | να έχεις μολυβώσει / να μολυβώνεις / να μολυβώσεις | να έχει μολυβώσει / να μολυβώνει / να μολυβώσει | να έχουμε μολυβώσει / να μολυβώνουμε / να μολυβώσουμε | να έχετε μολυβώσει / να μολυβώνετε / να μολυβώσετε | να μολυβώνουν / να μολυβώνουνε / να μολυβώσουν / να μολυβώσουνε |
| Προστακτική | — | μολύβωνε / μολύβωσε | — | — | μολυβώνετε / μολυβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →