μολώχ
•
- μεταφορικάυποτιθέμενη θεότητα θανάτου και καταστροφής Βικιλεξικό
- Θυσία στο Μολώχ της ασφάλτου: 1.600 νεκροί & 20.000 τραυματίες μέσα σε ένα χρόνο! (*)
Ετυμολογία
μολώχ < αγγλική moloch < υστερολατινική Moloch < ελληνιστική κοινή Μολώχ (αντιδάνειο) < εβραϊκή מלך (mélekh) < ρίζα מ־ל־ך < πρωτοσημιτική *malk- (πρίγκιπας, βασιλιάς)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →