μονάρχιδος
•
- ο άνδρας που έχει έναν μόνο όρχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονάρχιδος < μον- + αρχίδ(ι) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονάρχιδος | μονάρχιδοι |
| Γενική | μονάρχιδου | μονάρχιδων |
| Αιτιατική | μονάρχιδο | μονάρχιδους |
| Κλητική | μονάρχιδε | μονάρχιδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →