μονήρης
•
- που είναι μοναδικός, μοναχικός ή απομονωμένος Βικιλεξικό
- μονήρης οίκος (απομονωμένο σπίτι)
- μονήρης όρχις (πάθηση)
- H μπεκάτσα είναι ένα εξαιρετικά γοητευτικό μονήρες νυχτόβιο πουλί. (εφ. Το Βήμα, 24/11/2008)
- Στον τομέα της Ιατρικής, καθοριστική υπήρξε η συμβολή του στη λύση σπουδαίων προβλημάτων, «στην απεικόνιση του εγκεφάλου», τα οποία χαρακτηρίζουν τη «μαγνητοεγκεφαλογραφία», καθώς και την τεχνική που φέρει την ονομασία «Υπολογιστική Τομογραφία εκπομπής μονήρων φωτονίων». (εφ. Καθημερινή, 11/12/2004)
- Ταύτα έχουν την περιβάλλουσαν το χείλος ζώνην κοσμουμένην διά καστανοβαφών μονήρων σπειρών , η ουρά εκάστης των οποίων αποτελεί και την μεταξύ των σύνδεσιν. (Πρακτικὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τόμος 32, τεύχος Β, 1977)
- ουσιαστικοποιημένοΜονήρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονήρης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μονήρης < μόν(ος) + -ήρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονήρης | μονήρης | μονήρες |
| Γενική | μονήρους | μονήρους | μονήρους |
| Αιτιατική | μονήρη | μονήρη | μονήρες |
| Κλητική | μονήρη / μονήρης | μονήρης | μονήρες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονήρεις | μονήρεις | μονήρη |
| Γενική | μονήρων | μονήρων | μονήρων |
| Αιτιατική | μονήρεις | μονήρεις | μονήρη |
| Κλητική | μονήρεις | μονήρεις | μονήρη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →