μοναρχώ
•
- είμαι μονάρχης, ασκώ τη μοναρχική εξουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοναρχώ < αρχαία ελληνική μοναρχέω / μοναρχῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μοναρχώ | μοναρχείς | μοναρχεί | μοναρχούμε | μοναρχείτε | μοναρχούν / μοναρχούνε |
| Παρατατικός | μοναρχούσα | μοναρχούσες | μοναρχούσε | μοναρχούσαμε | μοναρχούσατε | μοναρχούσαν / μοναρχούσανε |
| Αόριστος | μονάρχησα | μονάρχησες | μονάρχησε | μοναρχήσαμε | μοναρχήσατε | μονάρχησαν / μοναρχήσαν / μοναρχήσανε |
| Μέλλοντας | θα μοναρχήσω / θα μοναρχώ | θα μοναρχήσεις / θα μοναρχείς | θα μοναρχήσει / θα μοναρχεί | θα μοναρχήσουμε / θα μοναρχούμε | θα μοναρχήσετε / θα μοναρχείτε | θα μοναρχήσουν / θα μοναρχήσουνε / θα μοναρχούν / θα μοναρχούνε |
| Παρακείμενος | έχω μοναρχήσει | έχεις μοναρχήσει | έχει μοναρχήσει | έχουμε μοναρχήσει | έχετε μοναρχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μοναρχήσει | είχες μοναρχήσει | είχε μοναρχήσει | είχαμε μοναρχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μοναρχήσει / να μοναρχήσω / να μοναρχώ | να έχεις μοναρχήσει / να μοναρχήσεις / να μοναρχείς | να έχει μοναρχήσει / να μοναρχήσει / να μοναρχεί | να έχουμε μοναρχήσει / να μοναρχήσουμε / να μοναρχούμε | να έχετε μοναρχήσει / να μοναρχήσετε / να μοναρχείτε | να μοναρχήσουν / να μοναρχήσουνε / να μοναρχούν / να μοναρχούνε |
| Προστακτική | — | μονάρχει / μονάρχησε | — | — | μοναρχήστε / μοναρχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →