μοναστηράκι
•
- υποκοριστικό του μοναστήρι Βικιλεξικό
- Μοναστηράκι: τοπωνύμιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοναστηράκι < μοναστήρι + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοναστηράκι | μοναστηράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μοναστηράκι | μοναστηράκια |
| Κλητική | μοναστηράκι | μοναστηράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →