μοναχοφαγία
•
- η κατάσταση στην οποία κάποιος τρώει μόνος του Βικιλεξικό
- επιθυμώντας να διατηρήσει στον εαυτό του το «απροσωπόληπτον και ασκανδάλιστον» προτιμούσε την μοναχοφαγία και απέφευγε τις προσκλήσεις σε γεύματα ακόμη και του αυτοκράτορα (Αργυρή Μπούκα, Πολυτέλεια και ολιγάρκεια κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο, Θεσσαλονίκη 2010 http://ikee.lib.auth.gr/record/126781/files/GRI-2011-6859.pdf)
- ※ μεταφορικά, η πρακτική του μονοφαγά, κάποιου που δεν μοιράζεται τα αγαθά του Βικιλεξικό
- Διότι δείχνει ότι οι λεβέντες που διαχειρίζονται τις τύχες της χώρας διακατέχονται από «μοναχοφαγία», η οποία είναι ύψιστη αμαρτία - την έχει καταδικάσει και ο Κύριος, ως γνωστόν. «Ο έχων δύο χιτώνας δίδει τον έναν» είχε πει... (Τα Νέα, 8 Οκτωβρίου 2014 https://www.tanea.gr/2014/10/08/opinions/stigma-kratisi-diadiktyo-0-1/)
Ετυμολογία
μοναχοφαγία < μοναχ(ός) + -ο- + -φαγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοναχοφαγία | μοναχοφαγίες |
| Γενική | μοναχοφαγίας | μοναχοφαγιών |
| Αιτιατική | μοναχοφαγία | μοναχοφαγίες |
| Κλητική | μοναχοφαγία | μοναχοφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →