μονιάς
•
- ιδιωματικόλύκος που ενεδρεύει και αρπάζει ζώα από κοπάδια Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο πρωτότοκο λυκόπουλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονιάς < ελληνιστική κοινή μονίας < αρχαία ελληνική μόνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονιάς | μονιάδες |
| Γενική | μονιά | μονιάδων |
| Αιτιατική | μονιά | μονιάδες |
| Κλητική | μονιά | μονιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →