Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονιάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την Μονή (χωριό της Νάξου ή της Κρήτης) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονιάτικος < Μοντιάτ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονιάτικοςμονιάτικημονιάτικο
Γενικήμονιάτικουμονιάτικηςμονιάτικου
Αιτιατικήμονιάτικομονιάτικημονιάτικο
Κλητικήμονιάτικεμονιάτικημονιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονιάτικοιμονιάτικεςμονιάτικα
Γενικήμονιάτικωνμονιάτικωνμονιάτικων
Αιτιατικήμονιάτικουςμονιάτικεςμονιάτικα
Κλητικήμονιάτικοιμονιάτικεςμονιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →