μονιάτικος
•
- ο σχετικός με την Μονή (χωριό της Νάξου ή της Κρήτης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονιάτικος < Μοντιάτ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονιάτικος | μονιάτικη | μονιάτικο |
| Γενική | μονιάτικου | μονιάτικης | μονιάτικου |
| Αιτιατική | μονιάτικο | μονιάτικη | μονιάτικο |
| Κλητική | μονιάτικε | μονιάτικη | μονιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονιάτικοι | μονιάτικες | μονιάτικα |
| Γενική | μονιάτικων | μονιάτικων | μονιάτικων |
| Αιτιατική | μονιάτικους | μονιάτικες | μονιάτικα |
| Κλητική | μονιάτικοι | μονιάτικες | μονιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →