μονιμοποίηση
•
- το αποτέλεσμα ή ενέργεια του μονιμοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονιμοποίηση < μόνιμ(ος) + -ο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονιμοποίηση | μονιμοποιήσεις |
| Γενική | μονιμοποίησης | μονιμοποιήσεων |
| Αιτιατική | μονιμοποίηση | μονιμοποιήσεις |
| Κλητική | μονιμοποίηση | μονιμοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →