μονιμότητα
•
- η ιδιότητα του μόνιμου, το να παραμένει κάτι για πολύ χρόνο ή για πάντα στην ίδια θέση ή κατάσταση Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ιδιότητα του μόνιμου εργαζομένου, αυτού που έχει προσληφθεί για να καλύψει οργανική θέση για αόριστο χρόνο Βικιλεξικό
- η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων καθιερώθηκε από το σύνταγμα του 1911
Ετυμολογία
μονιμότητα < ελληνιστική κοινή μονιμότης < αρχαία ελληνική μόνῐμος < μένω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική permanence)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονιμότητα | μονιμότητες |
| Γενική | μονιμότητας | μονιμοτήτων |
| Αιτιατική | μονιμότητα | μονιμότητες |
| Κλητική | μονιμότητα | μονιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →