Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοήμερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαρκεί μια μέρα Βικιλεξικό
    • Το τελευταίο ταξίδι μ’ αυτό το τρενάκι ο Ορέστης το έκανε τον Μάιο του 1971, όταν τους πήγαν με το σχολείο μονοήμερη εκδρομή στις Μηλιές. (Κώστας Ακρίβος (2001) Πέντε δρόμοι, μία ρότα, ένα Αίνιγμα)

Ετυμολογία

μονοήμερος < μονο- + ημέρ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοήμεροςμονοήμερημονοήμερο
Γενικήμονοήμερουμονοήμερηςμονοήμερου
Αιτιατικήμονοήμερομονοήμερημονοήμερο
Κλητικήμονοήμερεμονοήμερημονοήμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοήμεροιμονοήμερεςμονοήμερα
Γενικήμονοήμερωνμονοήμερωνμονοήμερων
Αιτιατικήμονοήμερουςμονοήμερεςμονοήμερα
Κλητικήμονοήμεροιμονοήμερεςμονοήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →