μονογαμικός
•
- κοινωνιολογία: που απαγορεύει την παράλληλη σύναψη γάμου με περισσότερα από ένα άτομα Βικιλεξικό
- μονογαμικές κοινωνίες
- βιολογία, (ζωολογία): ο ερωτικός σύντροφος που ζευγαρώνει με ένα μόνο άτομο, που παρατηρείται ιδιαίτερα σε πουλιά π.χ. κύκνους, περιστέρια, χελιδόνια κ.λπ. Βικιλεξικό
- για άτομοπου δεν συνάπτει ταυτοχρόνως περισσότερες από μία σεξουαλικές σχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονογαμικός < μονογαμία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογαμικός | μονογαμική | μονογαμικό |
| Γενική | μονογαμικού | μονογαμικής | μονογαμικού |
| Αιτιατική | μονογαμικό | μονογαμική | μονογαμικό |
| Κλητική | μονογαμικέ | μονογαμική | μονογαμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογαμικοί | μονογαμικές | μονογαμικά |
| Γενική | μονογαμικών | μονογαμικών | μονογαμικών |
| Αιτιατική | μονογαμικούς | μονογαμικές | μονογαμικά |
| Κλητική | μονογαμικοί | μονογαμικές | μονογαμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →